Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

κολοκυθάκια

 


Σιγοτραγουδούσε καθώς γέμιζε τα κολοκυθάκια. Θα ερχόταν η κόρη με τον εγγονό της και το γαμπρό της και θα έτρωγαν όλοι μαζί. Ο μικρός δεν τα τρώει τα κολοκυθάκια αλλά εντάξει, θα φάει τα μακαρόνια με τον κιμά που έφτιαξε ειδικά γι’αυτόν. Σιγοτραγουδούσε εκείνο το τραγούδι που είχε μάθει στη χορωδία, τη δεύτερη φωνή όχι την πρώτη, καμιά φορά μπερδευόταν αλλά χαμογελούσε και συνέχιζε να σιγοτραγουδάει. Η χορωδία ήταν η ασχολία της, η καταδική της ασχολία. Ντυνόταν, φτιαχνόταν, και πήγαινε. ‘Η την πήγαινε ο άντρας της. Τώρα στη σύνταξη δεν είχε και πολλούς λόγους να βγει από το σπίτι, ψώνια το πρωί, άντε και κανένα καφέ. Την είχε σώσει η χορωδία από τη μελαγχολία της τρίτης ηλικίας. Τα παιδια μεγάλωσαν, πήραν το δρόμο τους, αλλά εμείς τραγουδάμε. Και πάμε και ταξίδια σε φεστιβάλ… Θυμήθηκε την κόρη της την πρώτη φορά που θα εμφανίζονταν στο θέατρο. Νόμιζε ότι όλοι θα την κοίταζαν και ήθελε να κρυφτεί πίσω πίσω να μην τη βλέπουν. Η κόρη της την πήγε στον εξώστη. Μία άλλη χορωδία έκανε πρόβα. «Είδες μαμά; Όλοι είναι ένα σύνολο, κανείς δεν κοιτάζει την κυριούλα με τα γυαλιά εκεί πίσω. Έτσι φαινόμαστε κι εμείς, είμαστε μικρές κουκίδες του συνόλου.» Ησύχασε. Πια οι συναυλίες δεν ήταν τόσο αγχωτικές. Σκαφτόταν πόσο πολύ έτρωγαν στις πρόβες. Γιορτές, γενέθλια, εγγόνια που γεννήθηκαν, παιδιά που παντρεύτηκαν ή πήραν πτυχίο, πάντα υπήρχε δικαιολογία για να φιλέψει κάποιος όλη την χορωδία. Γλυκά, πίτες, τσιπούρα…  Σιγοτραγουδούσε καθώς γέμιζε τα κολοκυθάκια. Θα τα έτρωγε με τον άντρα της κάνα δυο μέρες. Θα πίνανε τα τσιπουρακια τους στη βεράντα και μετά θα κάθονταν να φάνε. Πάντα ελπίζει να ξαναπάει στη χορωδία κάποια μέρα. Πάνε μήνες, κοντεύει χρόνος που δεν ξαναπήγε. Μπορεί να τη σκοτώσει είπαν. Πάνε μήνες, κάνας χρόνος που δεν είδε το εγγόνι της. Μπορεί να τη σκοτώσει ο μικρός λένε. Ευτυχώς έχει τον άντρα της. Για να μην τη σκοτώσει η μοναξιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου