Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2020

Συνήθισες

 


Συνήθισες; Αν ήταν να κάνω εικόνα αυτή την περίοδο θα ήταν ο Ηρακλής. Ο δηλητηριασμένος χιτώνας της Δηιάνειρας. Μου φόρεσαν αυτόν τον δηλητηριασμένο χιτώνα και εγώ παλεύω να τον βγάλω. Να κάνω ένα απότομο τίναγμα και να τον βγάλω. Αλλά δε βγαίνει. Κάθε που κάνω μία κίνηση μπήγει τις κλωστές του πιο βαθιά. Παίρνω μία ανάσα να ξεκουραστώ. Σταματάω να παλεύω με τον χιτώνα. Λέω ίσως αν δεν κουνιέμαι πολύ να πέσει από μόνος του. Αυτός ο χιτώνας μου πνίγει την ελευθερία. Δεν μπορώ πια να δω τους φίλους μου. Δεν μπορώ πια με ένα τηλέφωνο να τους μαζέψω για ένα τσίπουρο. «Θα περάσω μόλις τελειώσω τη δουλειά.» Πόσο μπανάλ αυτή η φράση. Τώρα μέσα. Ο χιτώνας σου δεν φεύγει. Κολλαει στο δέρμα. Κάθεσαι μπροστά στην τηλεόραση και βλέπεις ταινίες και σειρές. Με το βελονάκι στα χέρια για να μην τρως τα νύχια σου. Ταξιδεύεις σε κόσμους μέσα από την οθόνη, αλλά δεν μπορείς να ζήσεις έναν έρωτα εφήμερο. Δεν μπορείς να βγεις και να φλερτάρεις. Ο χιτώνας θα μπήξει τις κλωστές του πιο βαθιά αν τολμήσεις να φλερτάρεις. Εκεί έξω. Κάποτε ονειρευόσουνα να μπεις σε αεροπλάνα. Να κάνεις ένα μακρινό ή ένα κοντινό ταξίδι.  Ούτε αυτό μπορείς. Λες θα είναι για λίγο και κάθεσαι στην καρέκλα σου. Στον καναπέ σου. Φορώντας αυτόν τον δηλητηριασμένο χιτώνα της Δηιάνειρας. Πλησιάζουν τα γενέθλιά σου. Κάποτε έκανες μεγάλες μαζώξεις και πάρτι. Ζούσες για να δέχεσαι στο σπίτι σου. Αγκαλιές και δώρα. Χαμόγελα και χειραψίες. Φαγητό και ποτό. Χορό και ξενύχτι. Χωρίς μανδύες. Φέτος μέσα. Οι φίλοι στην οθόνη και το πλάι μία μπύρα με πατατάκια. Ο μανδύας καραδοκεί. Να σε πονέσει. Τον φοράς και λες θα βγει όπου να ναι. Δεν θα αντισταθώ άλλο και ίσως φύγει μόνος του. Ίσως μου τον βγάλουνε. Συνηθίζεις σιγά σιγά. Λες εντάξει δεν είναι και τόσο άβολος. Λίγο λίγο το δηλητήριο περνά στις φλέβες σου. Το νιώθεις οικείο. Δεν θέλεις να βγεις. Τα ψώνια για να φας, αγγαρεία. Τι παράξενο που ο χιτώνας δεν πονάει όταν βγαίνεις για τα απαραίτητα. Μόνο για τα απαραίτητα. Έχει ήλιο έξω. Δεν θες να βγεις, άλλο ένα επεισόδιο ξεκινάει αυτόματα για να ζήσεις την ζωή του πρωταγωνιστή, να κλάψεις να γελάσεις ή να φοβηθείς. Πόσες χιλιάδες άτομα πήγαν σ’ αυτή τη συναυλία; Τι κάνουν όλοι μαζί μπροστά στο Φρέντυ Μέρκιουρι; Δεν φοβούνται; Θυμάσαι κάποτε που είχες πάει σε μία συναυλία. Εννιά χιλιάδες άτομα, γιγαντοοθόνες και μπύρα στο χέρι. Στριμωγμένοι σε ένα γήπεδο, χορεύαμε ιδρωμένοι μισοζαλισμένοι και στριμωγμένοι. Χώνεσαι στον καναπέ και φοβάσαι ότι με αυτή την ανάμνηση ο χιτώνας μπορεί να ξυπνήσει. Μην κουνιέσαι. Μην θυμάσαι. Πονάει πολύ να θυμάσαι. Έχει ήλιο έξω. Σε λίγο θα νυχτώσει βγες. Δεν θέλω. Θα μείνω εδώ με τον μανδύα μου. Τον συνήθισα. Είναι ζεστός σαν κουβέρτα. Θα τυλιχτώ με τα αγκάθια του. Θα ματώσω πιο πολύ. Αφήστε με εδώ να ματώνω το δηλητήριο του χιτώνα μου. Θυμάμαι που έπαιζα στο θέατρο. Θυμάμαι που τραγουδούσα σε μπαρ γεμάτα καπνό και καύλα. Ευτυχώς πρόλαβα να ζήσω λίγο πριν έρθει ο μανδύας. Ευτυχώς που δεν είμαι παιδί. Ευτυχώς που δεν είμαι έφηβη. Ευτυχώς που δεν είμαι νέα. Είμαι κάπου στη μέση. Και συνήθισα. Δεν θέλω να βγω. Μουδιασμένη μέσα σε ένα δηλητηριασμένο μανδύα που φορώ σαν τον Ηρακλή. Υπήρχε κάποτε μία ωραία λέξη η ελευθερία. Ήξερες να τη λες σε πολλές γλώσσες. Liberte στα γαλλικά. Freedom στα αγγλικά. Libertad? Σε πια γλώσσα; Σε ποιον αιώνα; Σε ποια εποχή; Πού; Πότε; Κάποτε; Συνήθισες τόσο το χιτώνα σου που ακόμα κι αν η ελευθερία ξανάρθει, δεν θα ξέρεις τι να την κάνεις. Δεν πιστεύεις πια ότι αυτός ο χιτώνας θα βγει η θα πέσει. Κουράστηκες να παλεύεις να τον βγάλεις. Κουράστηκες. Συνήθισες. Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Ακόμα και τον δηλητηριασμένο χιτώνα της Δηιάνειρας.                

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2020

Τι έκανε πάλι;

 



«Τι έκανε πάλι το κωλόπαιδο;» Αυτό σκέφτηκε όταν στην άλλη άκρη της γραμμής κάποιος του είπε «σας βρήκα από τον τηλεφωνικό κατάλογο. Είστε ο πατέρας της;» Η κόρη του. Χώραγε στη χούφτα του την πρώτη φορά που της έπλυνε το κορμάκι της στο μαιευτήριο. Αυτό το μικρό πλασματάκι που μεγαλώνοντας θαρρείς και σκορπούσε μπουρμπουλήθρες γύρω της. Μάθαινε να διαβάζει, μάθαινε να παίζει, έτρεχε να τον προϋπαντήσει με την αδερφή της τρέχοντας όταν έμπαινε σπίτι. Η χαρά του, τα παιδιά του. Η χαρά του να τα βλέπει να μεγαλώνουν και να ομορφαίνουν. Η μεγάλη είχε μία αγάπη για τις λέξεις, φαινόταν από μικρή. Τη θαύμαζε αυτός που δεν είχε τελειώσει το σχολείο. Θα της έδινε ό,τι αυτός είχε στερηθεί. Ένα ταλαντούχο πλάσμα ήταν η μικρή. Τραγουδούσε, δεν φοβόταν να ανέβει στη σκηνή. Διάβαζε, δεν φοβόταν να διαβάσει χοντρά βιβλία. Δεν φοβόταν τίποτα αυτή η μικρή. Καμάρωνε αλλά δεν ήθελε να το δείξει. «Τι έκανε πάλι το κωλόπαιδο;» τρυφερά το σκέφτηκε. Με μία κάποια περηφάνια. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ένας διάσημος συγγραφέας από την Αθήνα, λέει. Του είχε γράψει, λέει, ένα γράμμα η έφηβη κόρη του και τον συγκίνησε τόσο που έψαξε στον τηλεφωνικό κατάλογο να τη βρει. Αυτός ο διάσημος συγγραφέας, λέει. Ήθελε, λέει, να την γνωρίσει. Θα έκαναν το ταξίδι μαζί; Θα του έδειχνε όλα αυτά που είχε γράψει; Και στην άκρη του κόσμου θα πήγαινε για την κόρη του. Αυτή τη μικρή που μεγαλώνοντας ακουμπούσε τ’αστέρια ήδη. Γύριζε τον κόσμο μέσα από τις σελίδες των βιβλίων της. Ήταν ηλικιωμένος ο συγγραφέας. Το σπίτι του ήταν αριστοκρατικό. Ο πατέρας της ήταν έμπορος. Βιβλία δε διάβαζε, αλλά διάβαζε τους ανθρώπους. Όχι δεν θα του έδινε τα κείμενά της η κόρη του. Όχι, δεν θα του έδινε δωρεάν τον πλούτο του μυαλού της. Είχε την εξυπνάδα και την εγρήγορση να του πει ότι θα του τα έστελνε φωτοτυπημένα. Ήταν κωλόπαιδο η μικρή, ήταν όμως κι αυτός κωλόπαιδο. Το βλέμμα του ηλικιωμένου διάσημου συγγραφέα σκλήρυνε. Συνένοχοι και συνοδοιπόροι έφυγαν. Είχαν κερδίσει. Ήταν ίσοι πνευματικά με έναν άνθρωπο του πνεύματος. Δεν έσκυψαν, δεν έδωσαν. Την προστάτεψε. Ήταν ένα ταξίδι που κάνανε μαζί. Όλη τους τη ζωή. Πάντα ήταν συνένοχοι. Στα καλά και στα κακά. Η κόρη του γύρισε τον κόσμο. Κι εκείνος τον γύριζε νοερά μαζί της. Δεν το πίστευε πόσο ατρόμητο ήταν αυτό το κωλόπαιδο. Ήρθε κι εκείνη η περίοδος της φυλακής, που φοβόσουνα μην σκοτώσεις το διπλανό σου. Που κλείστηκαν όλοι στα σπίτια τους και η ελευθερία ήταν μόνο στις αναμνήσεις. Ποιος ξέρει πότε θα μπορέσει να ξανασκεφτεί με περηφάνια «Τι έκανε πάλι το κωλόπαιδο;»

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Γαλλία - Ιταλία - Γερμανία

 


Από μικρός αγαπούσε τα γαλλικά και τα ιταλικά αυτοκίνητα.  Είχαν στυλ και γραμμή. Τα παιδιά του ήταν ακόμα στο δημοτικό όταν πήρε εκείνο το μπλε σιτροέν βίζα. Κάνανε πολλές αποκοτιές με τους φίλους του. Πίνανε και κάνανε κόντρες. Με τις οικογένειες μέσα. Τρελοκομεία. Οικογενειάρχες αλλά με μία ωραία τρέλα. Δουλευταράδες και γλεντζέδες. Το επόμενο γαλλικό ήταν ένα μπορντώ σιτροέν μπε-ιξ. Ατού. Μεγάλο, ευρύχωρο με ηλεκτρικά παράθυρα. Η γυναίκα του μόλις είχε πάρει δίπλωμα, δεν την πολύ άφηνε να το παίρνει…. Ήταν ακριβά τα ανταλλακτικά έλεγε… εξάλλου μπορούσε εκείνος με περηφάνια να την πηγαίνει όπου ήθελε. Εκείνη δεν επέμενε, ήξερε ότι ήταν οδηγός με εμπειρία.  Κάποια στιγμή είχε οικονομικά προβλήματα με την επιχείρηση και έπρεπε να το πουλήσει. Πόναγε η ψυχή του αλλά έπρεπε. Όμως εκείνο το κόκκινο μπε-ιξ ήταν δικό του. Ένα μπέρδεμα στη μεταβίβαση και ήρθε πάλι στα χέρια του. Και έμεινε κάποια χρόνια ακόμα. Ώσπου τον κέρδισε η Ιταλία. Ένα πράσινο σκούρο Λάντσια λίμπρα. Σαν λιμουζίνα ήταν αυτό το αυτοκίνητο. Τα παιδιά στην εφηβεία, η επιχείρηση στα πάνω της, καθρέφτιζε με καμάρι όλα όσα είχε πετύχει. Μόνος του.  Η σύζυγος είχε από χρόνια σταματήσει να οδηγεί. Τον άφηνε να την πηγαινοφέρνει. Δούλευαν μαζί, σκληρά και αδιάκοπα. Και σπίτι έφτιαξαν και η δουλειά τους αναπτύχθηκε. Τόλμησε να ονειρευτεί τη Γερμανία. Εκείνο το σήμα που έμοιαζε με της ειρήνης. Ένα γερμανικό αμάξι, που ήταν άπιαστο στα νεανικά του χρόνια. Μαύρο, γυαλιστερό, αυτόματο, μοντέρνο, κούκλα. Το ονειρεύτηκε και το απόκτησε. Τα παιδιά είχαν φύγει πια. Πήραν το δρόμο τους. έπαιρναν τη μερσεντές με την γυναίκα του, και πήγαιναν ταξίδια. Βουνά, θάλασσες, ταβέρνες, τσιπουράκια στην παραλία… Αναπολούσε εκείνο τον καιρό που ήταν νέοι. Δούλευαν πολύ. Έπιναν το σαββατοκύριακο. Κάναν αποκοτιές με εκείνο το φίλο που τους άφησε νωρίς γιατί έπινε λίγο παραπάνω από το κανονικό. Κολλημένος με ένα τογιοτα κορόλα γιαπωνέζικο, πέθανε από καρδιά την παραμονή του ρεβεγιόν του 2000. Να ‘ναι καλα εκεί που είναι…. Το μαύρο μερσεντές είναι πάντα παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι. Ψιλο-κουνιέται για ψιλο-ψώνια. Άντε και για καμία ιατρική επίσκεψη στην ηλικία τους…. Απαγορεύτηκαν οι μετακινήσεις. Οι μετακινήσεις σκοτώνουν. Η μερσεντές περιμένει υπομονετικά. Ονειρεύεται παραλίες. Ονειρεύεται φιδωτούς δρόμους και βουνοκορφές. Είναι γερό, δυνατό, γερμανικό σκαρί. Όπως και ο ιδιοκτήτης του. Γερό, δυνατό σκαρί. Γεμάτο ζωή και συναισθήματα. Που έχουν μπει στην αναμονή.

επιτέλους

 


«Επιτέλους πέθανε ο μαλάκας». Αυτό ήθελε να σκεφτεί, αλλά δεν τόλμαγε. Σα μύγα η σκέψη ερχόταν και ζουζούνιζε γύρω της. Και την έδιωχνε. «Επιτέλους…» ο τύραννος. Ο πατέρας των παιδιών της. «…ο μαλάκας». Τα παιδιά της τού μίλαγαν στον πληθυντικό. Την έβριζε καθημερινά. Πόσα χρόνια είχαν περάσει μαζί; Πενήντα; Εξήντα; «επιτέλους πέθανε ο….» ήθελε να κλάψει αλλά είχε μία άγρια, θυμωμένη χαρά στα σπλάχνα της. Ελευθερώθηκε έστω και τώρα στην Τρίτη ηλικία. Έκλαιγε. «…ο μαλάκας» Χαρά έπαιρνε από τα εγγόνια της. Χαρά και από τα παιδιά της. Αλλά στο τέλος της ημέρας ήταν άχρηστη και γελοία και κοιμόταν μαζί του κάθε βράδυ. Κι ας την έβριζε. «επιτ…» . Φυσικά και έλεγε στις φίλες της ο άντρας μου και ο άντρας μου, η περηφάνεια δεν την άφηνε να ομολογήσει ούτε καν στον εαυτό της αυτά που πραγματικά είχε μέσα της. Ο χρόνος είχε σταματήσει εκείνο το ταξίδι στη Βενετία όταν ήταν νέοι. Τότε που δέχτηκε να σταματήσει τις σπουδές της. Τότε που απαρνήθηκε τις φίλες της και την οικογένειά της. Άλλες εποχές, ήταν έπαθλο να παντρευτείς και να κάνεις οικογένεια. Ήταν και ορφανή από μάνα…. Έπεσε στη γοητεία του. Τη ζηλιάρικη γοητεία του. Και ανέχτηκε. «Ώσπου ο θάνατος να μας χωρίσει.» Επιτέλους μας χώρισε ο θάνατος. Θα κάνω ένα ταξίδι. Θα πάω σ’ εκείνο το μοναστήρι με τις φίλες μου. Θα καπνίζω επιτέλους ελεύθερα. Τόσα χρόνια κρυβόταν για να καπνίσει. Και το τε η μοίρα της έπαιξε κακό παιχνίδι. Αν έβγαινε από το σπίτι θα πέθαινε. Αν ερχόταν σε επαφή θα πέθαινε. Απαγορεύτηκαν τα ταξίδια και η εκδρομές.  Αν μπεις σε λεωφορείο θα πεθάνεις. Ακόμα και μετά θάνατον τη βασάνιζε. Σαν να έστειλε εκείνη τη συμφορά ειδικά για ‘κεινη. Από το επέκεινα. Κλεισμένη στο σπίτι, τουλάχιστον δεν ήταν αναγκασμένη να κοιμάται δίπλα του. «επιτέλους πέθανε ο μαλάκας». Τι κρίμα, γιατί σε λίγο θα πεθάνω κι εγώ μόνη και χωρίς να έχω ζήσει. Σαν να μην έζησα ποτέ.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2020

Αφρική

 


50 ευρώ το μήνα. Μπορούσε. Κι αν δε μπορούσε θα ‘βαζε λιγότερα. Αλλά κάθε μήνα θα έβαζε κάτι. Είχε αγοράσει ένα κουμπαρά που δεν ανοίγει, ένα κουμπαρά πήλινο, από αυτούς που πρέπει να τους σπάσεις για να πάρεις τα χρήματα. Είχε ήδη πάει σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Αυτό που ήθελε ήταν μία στάμπα στο διαβατήριο. Μία βίζα. Ένα ταξίδι έξω από τα συνηθισμένα. Να ξεβολευτεί, να χαθεί, να ανακαλύψει. Να γευτεί, να μαγευτεί. Όχι στην Ινδία. Η Άπω Ανατολή δεν είχε ενδιαφέρον. Ούτε στην Νότια Αμερική. Ονειρευόταν την Αφρική. Όχι την αραβική Αφρική. Όχι την Γαλλική Αφρική. Την Αγγλόφωνη Αφρική. Το Δέλτα του Οκαβάνγκο. Στη Μποτσουάνα. Ή στην Τανζανία. Ήθελε να είναι ταξιδιώτισσα, όχι τουρίστας. Ήθελε να ζήσει μέσα σε μία κοινότητα, να συμμετέχει στο χτίσιμο ενός σχολείου, να βοηθήσει κάποιες γυναίκες να ανοίξουν ένα μαγαζί με τις δημιουργίες τους. Αναρωτιόταν πώς να μύριζε άραγε αυτή η ξερή, παράξενη και άγονη γη. Ήθελε να δει αυτά τα λευκά τεράστια χαμόγελα των ανθρώπων. Διάβαζε, έψαχνε, σκίρτιζε η ψυχή της. Σε δύο χρόνια από τώρα θα έχω όσα χρειάζομαι για να πάω. 50 επί 24, 1200 ευρώ. Καλά είναι. Τα Χριστούγεννα θα έβαζε πιο πολλά από το δώρο της. Θα προσπαθούσε να φτάσει τα 2000. «Εγώ λέω να μείνεις αυτή τη βδομάδα σπίτι. Μπορεί να σε σκοτώσω, εγώ, ή κάποιος πελάτης. Κι αν πεθάνει ο πελάτης εξαιτίας σου;» Το ήξερε ότι είχε δίκιο ο εργοδότης της. Έπρεπε να μείνει σπίτι. Η μία εβδομάδα έγινε μήνας. Τρεις μήνες μετά, το τηλεφώνημα της είπε ότι δεν μπορεί να την πληρώνει άλλο. Γαμώτο έπρεπε να πληρώσει το νοίκι. Δύο μήνες τώρα της το πληρώνει ο πατέρας της. Να ‘ναι καλά ο άνθρωπος. Αφού δεν πέθανε ακόμα, πάλι καλά να λες. Τον έβαλε στο νεροχύτη. Τον κοίταξε για πολύ ώρα. Του χάιδεψε τις καμπύλες και έβαλε τα κλάματα. Μέσα στους λυγμούς της πήρε το σφυρί. Τον έσπασε.  1000 ευρώ. Θα της φτάσουν για 2-3 μήνες αν κάνει οικονομίες. Η Αφρική θα είναι πάντα εκεί. Στο μέλλον.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2020

κολοκυθάκια

 


Σιγοτραγουδούσε καθώς γέμιζε τα κολοκυθάκια. Θα ερχόταν η κόρη με τον εγγονό της και το γαμπρό της και θα έτρωγαν όλοι μαζί. Ο μικρός δεν τα τρώει τα κολοκυθάκια αλλά εντάξει, θα φάει τα μακαρόνια με τον κιμά που έφτιαξε ειδικά γι’αυτόν. Σιγοτραγουδούσε εκείνο το τραγούδι που είχε μάθει στη χορωδία, τη δεύτερη φωνή όχι την πρώτη, καμιά φορά μπερδευόταν αλλά χαμογελούσε και συνέχιζε να σιγοτραγουδάει. Η χορωδία ήταν η ασχολία της, η καταδική της ασχολία. Ντυνόταν, φτιαχνόταν, και πήγαινε. ‘Η την πήγαινε ο άντρας της. Τώρα στη σύνταξη δεν είχε και πολλούς λόγους να βγει από το σπίτι, ψώνια το πρωί, άντε και κανένα καφέ. Την είχε σώσει η χορωδία από τη μελαγχολία της τρίτης ηλικίας. Τα παιδια μεγάλωσαν, πήραν το δρόμο τους, αλλά εμείς τραγουδάμε. Και πάμε και ταξίδια σε φεστιβάλ… Θυμήθηκε την κόρη της την πρώτη φορά που θα εμφανίζονταν στο θέατρο. Νόμιζε ότι όλοι θα την κοίταζαν και ήθελε να κρυφτεί πίσω πίσω να μην τη βλέπουν. Η κόρη της την πήγε στον εξώστη. Μία άλλη χορωδία έκανε πρόβα. «Είδες μαμά; Όλοι είναι ένα σύνολο, κανείς δεν κοιτάζει την κυριούλα με τα γυαλιά εκεί πίσω. Έτσι φαινόμαστε κι εμείς, είμαστε μικρές κουκίδες του συνόλου.» Ησύχασε. Πια οι συναυλίες δεν ήταν τόσο αγχωτικές. Σκαφτόταν πόσο πολύ έτρωγαν στις πρόβες. Γιορτές, γενέθλια, εγγόνια που γεννήθηκαν, παιδιά που παντρεύτηκαν ή πήραν πτυχίο, πάντα υπήρχε δικαιολογία για να φιλέψει κάποιος όλη την χορωδία. Γλυκά, πίτες, τσιπούρα…  Σιγοτραγουδούσε καθώς γέμιζε τα κολοκυθάκια. Θα τα έτρωγε με τον άντρα της κάνα δυο μέρες. Θα πίνανε τα τσιπουρακια τους στη βεράντα και μετά θα κάθονταν να φάνε. Πάντα ελπίζει να ξαναπάει στη χορωδία κάποια μέρα. Πάνε μήνες, κοντεύει χρόνος που δεν ξαναπήγε. Μπορεί να τη σκοτώσει είπαν. Πάνε μήνες, κάνας χρόνος που δεν είδε το εγγόνι της. Μπορεί να τη σκοτώσει ο μικρός λένε. Ευτυχώς έχει τον άντρα της. Για να μην τη σκοτώσει η μοναξιά.

το πανηγύρι

 


«να μην ξανά ‘ρθεις. Και να πεις και στην αδερφή σου να μην ξανά ‘ρθει.» Έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν ήθελε να δει κανέναν. Θα μείνει μέσα μέχρι να τελειώσει το πανηγύρι. Θα παραγγέλνει φαγητό και ψώνια. Θα του τα αφήνουν την εξώπορτα και θα περιμένει μία μέρα πριν τα βάλει μέσα. Ευτυχώς που υπάρχει το ιντερνέτ για να μιλάει με τα παιδιά του. Ευτυχώς που δεν έχει σκύλο. Δεν χρειάζεται να τον πάει βόλτα. Θα κάτσει μέσα μέχρι να τελειώσει το πανηγύρι. Ονειρεύεται ότι θα κάνει μετά το πανηγύρι. Όχι τίποτα φοβερό. Κανά τσιπουράκι στο καφενείο. Ήταν καλή εκείνη η γκαρσόνα που τους έκανε όλους να γελάει. Θα πάρει το αυτοκίνητο να πάει να δει τη θάλασσα. Όχι για να κολυμπήσει, μόνο για να μυρίσει το ιώδιο. Μπορεί να αποφασίσει να πάει μέχρι εκείνο το μοναστήρι που είναι χτισμένο στο βράχο. Πήγαινε συχνά όταν ζούσε η γυναίκα του. Προς το παρόν θα βλέπει τηλεόραση από το πρωί μέχρι το βράδυ. Παρέα και παρηγοριά. Μέχρι να τελειώσει το πανηγύρι. Ξύπνησε με ένα πόνο στο στομάχι. Πήρε το γιό του τηλέφωνο. «πατέρα να σε πάω στο γιατρό; Θα το κάνουμε όπως πρέπει με ασφάλεια.» Δεν ήθελε. Το πανηγύρι δεν είχε τελειώσει ακόμα. Θα περίμενε μέσα στο σπίτι του, δεν ήταν τίποτα. Δέκα μέρες μετά δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Ο γιός του τον βρήκε μέσα στα αίματα. Αιμορραγία στο στομάχι. Το πανηγύρι δεν είχε τελειώσει ακόμα. Εκεί έξω. Γιατί μέσα το πανηγύρι είχε τελειώσει εδώ και πέντε μέρες.

ελευθερη επαγγελματίας


 
Το είχε πάρει απόφαση. Θα έφευγε από αυτή τη διαφημιστική. Ο τετραψήφιος μισθός της δεν ήταν ικανός να γεμίσει την ψυχή της. Την ψυχή της τη γέμιζαν εκείνες οι λίγες ώρες που χάιδευε τον πηλό με τα δάχτυλά της στα μαθήματα που αποφάσισε να κάνει. Το είχε πάρει απόφαση ότι θα άνοιγε ένα μαγαζάκι στη γενέθλια πόλη της. Ήταν ιδιόκτητο εξάλλου, κληρονομιά του πατέρα της. Άλμα πίστης το έλεγε. Και πήγε καλά. Απέκτησε πελατεία, φίλους, συνεργάτες, έβαλε και υπάλληλο. Της πήρε χρόνια να αναπτυχθεί αλλα τα έξοδα ήταν λίγα και είχε και το κομπόδεμα της προηγούμενης δουλειάς. Όχι δεν ήταν καθόλου ξεκούραστο. Καθόλου αυτονόητο. Αλλά δε μετάνιωνε που άφησε το βέβαιο μισθό για να γίνει ελεύθερος επαγγελματίας. Ήταν ελεύθερη να περάνει όλη της τη μέρα στο εργαστήριο της. Είχε όνειρα. Και σιγά σιγά πήγαινε προς τα όνειρά της. Μέρα. Μήνα μήνα. Και μετά μπουκαλάκια αντισηπτικό υγρό. Δεν βοηθούσε και πολύ στο έκζεμα που της είχε δημιουργήσει ο πηλός και τα νερά. Αλλά το χρησιμοποιούσε  πολύ. Φοβόταν. Μπορεί να σκότωνε τον πατέρα της που έμενε στο πάνω διαμέρισμα. Πόσο καιρό είχε να τον δει; Μήνες ολόκληρους. Για το καλό του. Τα νέα ήταν αμείλικτα. Κλείσιμο. Ποιος χρειάζεται κεραμικά όταν όλος ο κόσμος καίγεται; Έκλεισε. Τα ‘βαλε στο ιντερνέτ, ευτυχώς ήταν καλή σ’αυτό. Είπε στους πελάτες της να μπουν, να αγοράσουν και να περάσουν έξω από το μαγαζί να τα πάρουν. Ή να τους τα στείλει με το ταχυδρομείο. Αλλά που να τα βάλει ο νάνος με το γίγαντα των πωλήσεων μέσω ιντερνέτ; Αλληλεγγύη σου λέει ο άλλος. Με ένα κλικ το αγόρασε από το γίγαντα και την άλλη μέρα ήταν εκεί. Δεν είχε πια όρεξη να φτιάξει τίποτα. Δεν μπορούσε να δει κανέναν. Καμιά φορά αναρωτιούνται οι παλιοί της πελάτες, τι απέγινε εκείνο το κορίτσι που είχε εκείνο το μαγαζάκι με τα κεραμικά; 

Ήταν ένα όμορφο ζευγάρι

 


Ήταν ένα όμορφο ζευγάρι. Ήθελαν να κάνουν οικογένεια ίσως και παιδιά κάποια στιγμή. Γι’ αυτό αγόρασαν σπίτι μαζί. Χρεώθηκαν αλλά ήταν όμορφα. Το δικό τους σπίτι…. Όλοι έβαλαν ένα χεράκι να τους βοηθήσουν με τις εργασίες στο σπίτι. Μπάνιο, πλακάκια, ηλεκτρικά… Ο πεθερός, τα ξαδέρφια, οι φίλοι… Το αγόρι χρειάστηκε να πάει να τακτοποιήσει μία οικονομική εκκρεμότητα. Στο δρόμο βρήκε το φίλο του, ασυναίσθητα έκαναν χειραψία. Πήγαν να πιουν ένα καφέ μαζί, είχαν καιρό να τα πουν. Ο καφές έγινε τσίπουρο κι έτσι λίγο ζαλισμένοι έκαναν χειραψία και φιλήθηκαν σταυρωτά. Έτσι ασυναίσθητα.  Στο δρόμο για το σπίτι συνειδητοποίησε τι έκανε. Να της το πει; Να μην της το πει; Γύρισε στο σπίτι και έπλυνε τα χέρια του πολύ καλά. Μα τα μαγούλα του εκαιγαν. Τι είχε κάνει, του ήταν αδιανόητο. Η σχέση τους ήταν βασισμένη στην ειλικρίνεια, μα πραγματικά δεν ήθελε να της το πει… σαν να είχε ερωμένη, έτσι ένιωθε. Το μεσημέρι έφαγαν παρέα. Δεν ήταν καλά. Οι ώρες της μέρας πέρναγαν πολύ αργά.  Έπρεπε να της το πει. Το βράδυ ξάπλωσαν να κοιμηθούν. Με ένα κόμπο στο λαιμό, με μισά λόγια της το είπε. Βρήκε το φίλο του. Έκαναν μία χειραψία. Φιλήθηκαν σταυρωτά. Την είδε να δακρύζει. Την είδε να σφίγγει τα χείλια της. Το ήξερε ότι η γυναίκα του έκλαιγε από ένα μείγμα θυμού, στενοχώριας και φόβου. «Θέλεις να με σκοτώσεις; Το σαββατοκύριακο θα έρθει ο πατέρας μου, θέλεις να τον σκοτώσεις; Που γυρνά το μυαλό σου; Είναι δυνατόν να μην με υπολογίζεις; Είχα κάνει όνειρα και τώρα όλα γκρεμίστηκαν; Θεέ μου δεν το πιστεύω ότι μπόρεσες να το κάνεις αυτό»… Το ήξερε ότι ήταν λάθος του. Το ήξερε πόσο πολύ φοβόταν αυτή η γλυκιά γυναίκα που είχε στο πλάι του. Κι όμως την έβαλε σε κίνδυνο. Κι αυτήν και την οικογένεια της. Τίποτα πια δεν θα ήταν όπως πρώτα. Ήταν ένα όμορφο ζευγάρι. Ήταν. Στο παρελθόν.

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020

απαγορεύεται

 


Όχι, δεν ήθελε να τον αγγίζει κανείς.  Περπατούσε πάντα με τα χέρια στις τσέπες και απέφευγε τα βλέμματα. Δεν ήθελε να πέσει σε κάποιον παλιό διαχυτικό φίλο. Και η σκέψη μόνο ότι κάποιος θα τον άγγιζε ή θα τον φίλαγε σταυρωτά… τον έπιανε ταχυπαλμία. Ήταν όμορφη αυτή η μέρα που είπαν στην τηλεόραση ότι απαγορεύεται. Απαγορεύονται οι χειραψίες, απαγορεύονται τα φιλιά, θα σκοτώσεις τον πατέρα σου και τη μάνα σου, για όνομα του θεού μην αγγίζεις κανέναν! Δεν άγγιζε κανέναν. Έβγαινε και έβλεπε ότι κανείς δεν τον κοίταζε στα μάτια πια. Κανείς δεν ήθελε να αγγίζει ούτε αυτόν ούτε κανέναν.  Γύρω του φιγούρες. Άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν τον έβλεπαν να πλησιάζει. Και σε μια στιγμή μέσα του όλα άλλαξαν. Με το μυαλό του «είδε» την παλιά του συμμαθήτρια να τον βλέπει από μακριά και να έρχεται προς το μέρος του. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε σταυρωτά. Με την τσιριχτή φωνή της τον ρώτησε τι κάνει, που χάθηκε… Και του κρόταγε και τα δύο χέρια στις ζεστές παλάμες της! Κι εκείνος δεν άκουγε τίποτα, μόνο ένιωθε. Ένιωθε αυτό το ζεστό άγγιγμα και δάκρυζε. Δάκρυζε γι’ αυτή τη ζέστη που ταξίδευε κατευθείαν στην κάρδια του, ανέβαινε από τις παλάμες στα μπράτσα και στους ώμους και στα πνευμόνια και στην καρδιά. Μόνο που δεν μπορούσε πια να αγγίξει κανέναν. Γιατί απαγορευόταν. Τι κρίμα….